Μέχρι τις ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου, υποψήφιοι ευρωβουλευτές απαντούν σε 6 βασικές ερωτήσεις του Γιάννη Παπαγεωργίου για την επόμενη μέρα της Ένωσης, τις οικονομικές της προοπτικές και τη θέση της Ελλάδας σε αυτή. Ο Στέλιος Κυμπουρόπουλος, υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία δίνει τις δικές του απαντήσεις.

Υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, η κοινωνική συνοχή και μείωση των ανισοτήτων και η κοινή αμυντική πολιτική θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επόμενης θητείας των ευρωπαϊκών θεσμών. Τονίζει μάλιστα ότι κατά την περίοδο αυτή θα συζητηθεί και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, με επωφελέστερη πιθανή εξέλιξη για τη χώρα την καθιέρωση ενός μόνιμου επενδυτικού ταμείου που θα διέπεται από τις αρχές του πνεύματος της Ευρωπαϊκής Συνοχής και που θα συμβάλλει στην επιτάχυνση των προγραμμάτων περιφερειακής ανάπτυξης, χωρίς όμως να στερεί από τα Κράτη-Μέλη τη δυνατότητα εθνικής διαχείρισης των προγραμμάτων τους.

Αναφορικά με τις πηγές χρηματοδότησης της ΕΕ, επισημαίνει: «Αφ’ ενός πρέπει να ξαναδούμε τον Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) ως ένα εργαλείο που μπορεί να εξασφαλίσει πόρους, ειδικώς για την κάλυψη των νέων δαπανών στην κοινή αμυντική πολιτική που πρέπει να αποτελέσει ζήτημα προτεραιότητος για την Ευρώπη. Αφ’ ετέρου, θεωρώ ότι οι χώρες του Νότου θα πρέπει να αναπτύξουν καλώς εννοούμενες συνεργασίες για την άσκηση περαιτέρω πίεσης στους λεγόμενους ‘frugal’ της Ευρωζώνης».

Χαρακτηρίζει ως καινοτομία το Ταμείο Ανάκαμψης, η οποία «μπορεί να θεωρηθεί ότι προαναγγέλλει ένα νέο μοντέλο Πολιτικής Συνοχής που θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μας οδηγήσει στη δημοσιονομική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ που τα κράτη-μέλη θα κληθούν μέσα στα επόμενα χρόνια να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για πρόσθετες πολλαπλές προκλήσεις. Τις ανάγκες για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής κρίσης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων που παράγονται εντός ΕΕ. Την ίδια ώρα, οι net contributors εμφανίζονται φειδωλοί σε ό,τι αφορά την ουσιαστική αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Πώς θα προτείνατε να εξασφαλιστούν τα σημαντικά απαιτούμενα κονδύλια και ποιους συμμάχους θεωρείτε ότι θα βρουν οι προτάσεις σας εντός της Ένωσης;

Η επιτακτική ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού της ΕΕ ήταν μια θέση που υποστήριξε η Ελλάδα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικώς στη Σύνοδο της Γρανάδας τον περασμένο Οκτώβριο. Πραγματικά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε τελικώς τον Φεβρουάριο στην αύξηση του προϋπολογισμού κατά 64.6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 33 δισ. προέρχονται από δάνεια και 10.6 δισ. από ανακατανομές κονδυλίων. Εκτός από το πακέτο στήριξης της Ουκρανίας, ο διευρυμένος προϋπολογισμός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χρηματοδότηση για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (πλατφόρμα Στρατηγικών Τεχνολογιών για την Ευρώπη STEP), και για τη διαχείριση των συνόρων και το μεταναστευτικό, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στη νέα κατανομή πόρων σε αυτόν τον τομέα.

Αναμφίβολα μία σημαντική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ένωση είναι η διατήρηση μιας επωφελούς ισορροπίας στην χρηματοδότηση του προϋπολογισμού. Η απροθυμία των net contributors να αυξήσουν τις εισφορές είναι μια πραγματικότητα και το ερώτημα της προτεινόμενης στρατηγικής για την εξεύρεση πόρων, ένα κεντρικό θέμα στην προεκλογική συζήτηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής επιτροπής, όπως είδαμε και στο debate μεταξύ Φον Ντερ Λάιεν και Γκόζι. Κατά την άποψη μου η απάντηση στο παζλ είναι πολυδιάστατη: Αφ’ ενός πρέπει να ξαναδούμε τον Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) ως ένα εργαλείο που μπορεί να εξασφαλίσει πόρους, ειδικώς για την κάλυψη των νέων δαπανών στην κοινή αμυντική πολιτική που πρέπει να αποτελέσει ζήτημα προτεραιότητος για την Ευρώπη. Αφ’ ετέρου, θεωρώ ότι οι χώρες του Νότου θα πρέπει να αναπτύξουν καλώς εννοούμενες συνεργασίες για την άσκηση περαιτέρω πίεσης στους λεγόμενους ‘frugal’ της Ευρωζώνης (χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Δανία), οι οποίοι όμως φαίνεται πως αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο την ανάγκη της αυτονομίας στην αμυντική οχύρωση της ΕΕ σε ένα ολοένα και πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι μεγάλος, στην πραγματικότητα είναι περίπου το 2% του ΑΕΠ της Ένωσης, οπότε σαφώς και υπάρχουν περιθώρια διεύρυνσης. Επίσης υπάρχουν μελέτες που πρέπει να αξιολογηθούν, όπως αυτές του Μάριο Μόντι που προτείνουν μέτρα όπως δασμούς με βάση το ενεργειακό αποτύπωμα των εισαγωγών, ή φόρους σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές για την αύξηση των ίδιων πόρων. Εν τέλει όμως η απάντηση που δένει μεταξύ τους όλες αυτές τις οπτικές είναι η προώθηση μιας βιώσιμης αναπτυξιακής πολιτικής κι εδώ θα βρούμε συμμάχους σε όλες τις χώρες. Για την επίτευξη της απαιτούνται μεταρρυθμίσεις: πάταξη της γραφειοκρατίας, ελαχιστοποίηση των φραγμών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, βελτίωση των υποδομών στην περιφέρεια, επαναβιομηχάνιση της ΕΕ, ενδυνάμωση της εσωτερικής αγοράς εργασίας, επανακατάρτιση των εργαζομένων για να μπορούν να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα, και φυσικά στήριξη της βιώσιμης επιχειρηματικότητας με εμβάθυνση της κυκλικής οικονομίας που μπορεί να φέρει μεγάλα οικονομικά οφέλη.

Το θετικό για την Ελλάδα, είναι ότι μπορεί πραγματικά να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και να ωφεληθεί πολλαπλώς τόσο από την ψηφιακή όσο κι από την περιβαλλοντική και κοινωνική μετάβαση αλλά και από τη διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας. Είναι σημαντικό λοιπόν οι πολίτες να ψηφίσουν με σύνεση και στρατηγική εξωστρέφεια σε αυτές τις εκλογές, στηρίζοντας τη Νέα Δημοκρατία, τη φιλοευρωπαϊκή παράταξη που μπορεί πραγματικά να αρθρώσει λόγο που ακούγεται και γίνεται σεβαστός στην Ευρώπη.

Περίπου το 80% των δημοσίων επενδύσεων της χώρας προέρχονται από την πολιτική συνοχής. Ήδη έχει ξεκινήσει ο διάλογος αναμόρφωσής της για την περίοδο 2028-2034. Ποιες βασικές αλλαγές θα επιδιώκατε και σε συνεργασία με ποιους; Θεωρείτε ότι η παρακαταθήκη της λειτουργίας Ταμείου Ανάκαμψης που ολοκληρώνεται το 2026 μπορεί να φανεί χρήσιμη στη συζήτηση αυτή; Και πώς θα βλέπετε την εξέλιξή του μετά το 2026;

Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια καινοτομία εκ μέρους της ΕΕ που μπορεί να θεωρηθεί ότι προαναγγέλλει ένα νέο μοντέλο Πολιτικής Συνοχής που θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μας οδηγήσει στη δημοσιονομική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ταμείο Ανάκαμψης γεννήθηκε μέσα από την κρίση του COVID-19 και μέσα από την συνειδητοποίηση της ανάγκης της διασυνοριακής αντιμετώπισης κοινών Ευρωπαϊκών προβλημάτων. Ως τέτοιο, μας βοηθά να αναστοχαστούμε την κατεύθυνση που θέλουμε να πάρει η πολιτική συνοχής τις επόμενες δεκαετίες. Το ζητούμενο φυσικά είναι η ανάπτυξη, αλλά με εκείνα τα αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά που θα μειώσουν και εν τέλει θα εξαλείψουν τις ασυμμετρίες εντός Ένωσης. Η παρούσα προσέγγιση του Ταμείου (μέσω της κατανομής των πόρων με κριτήριο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ) φαίνεται να ευνοεί περισσότερο τις ανεπτυγμένες περιφέρειες. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αναστοχαστούμε είτε το Ταμείο Ανάκαμψης εξελιχθεί σε μόνιμο μηχανισμό, είτε όχι. Όπως καθίσταται σαφές και στο Μανιφέστο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, προτεραιότητα της Ένωσης οφείλει να παραμένει ο περιορισμός των οικονομικών, κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.

Η Ελλάδα έχει μέγιστα οφέλη από το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά και συνεχόμενα υψηλές επιδόσεις στην απορρόφηση των πόρων. Οι νέες συμμαχίες και οι ισορροπίες που θα προκύψουν στο Ευρωκοινοβούλιο μετά την 9η Ιουνίου αφορούν λοιπόν κάθε Έλληνα πολίτη, καθώς σε αυτή τη θητεία θα έχουμε και νέα συζήτηση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Η επωφελέστερη εξέλιξη για εμάς θα ήταν η καθιέρωση ενός μόνιμου επενδυτικού ταμείου που θα διέπεται από τις αρχές του πνεύματος της Ευρωπαϊκής Συνοχής και που θα συμβάλλει στην επιτάχυνση των προγραμμάτων περιφερειακής ανάπτυξης, χωρίς όμως να στερεί από τα Κράτη-Μέλη τη δυνατότητα εθνικής διαχείρισης των προγραμμάτων τους.

Η Ελλάδα έχει θέσει ως στόχο τα επόμενα χρόνια τη σύγκλιση με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών δεικτών σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας της. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά τους δείκτες κοινωνικών ανισοτήτων. Με δεδομένα τα χαρακτηριστικά της οικονομίας αλλά και τη γεωγραφική της θέση της χώρας, υπάρχουν ρεαλιστικές πρωτοβουλίες που θα προτείνατε να αναληφθούν εντός των ευρωπαϊκών θεσμών οι οποίες θα ενίσχυαν τη θωράκιση της;

Για να επιτύχει η Ελλάδα σύγκλιση με τους ευρωπαϊκούς δείκτες και να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της, μπορεί να αξιοποιήσει διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα και κονδύλια. Μέσω του Horizon Europe, η χώρα μπορεί να επενδύσει σε καινοτομία και έρευνα, ειδικά σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επιπλέον, τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (NextGenerationEU) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη υποδομών μεταφορών, ενέργειας και ψηφιακών δικτύων, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα της χώρας και προσελκύοντας επενδύσεις. Η Ελλάδα μπορεί επίσης να επωφεληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus (ESF+) για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης για ευάλωτες ομάδες.

Περαιτέρω, η αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (EAFRD) μπορεί να ενισχύσει τον αγροτικό τομέα και την προώθηση της βιώσιμης γεωργίας, ενώ παράλληλα η ανάπτυξη βιώσιμων πρακτικών στον τουριστικό τομέα θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Η ενεργειακή μετάβαση, υποστηριζόμενη από ευρωπαϊκά προγράμματα για την πράσινη ενέργεια, θα μειώσει το ενεργειακό κόστος και θα βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια. Τέλος, με την εφαρμογή των κονδυλίων από το πρόγραμμα EU4Health, η Ελλάδα μπορεί να αναβαθμίσει το εθνικό σύστημα υγείας, βελτιώνοντας τις υποδομές και την υγειονομική ετοιμότητα, και να επιτύχει έτσι βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή.

Μία από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχει ξεκινήσει εντός ΕΕ είναι η ανάγκη εμβάθυνσής της. Αυτό ενέχει και την παράμετρο παραχώρησης δικαιωμάτων από τα κράτη-μέλη στον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Πώς αντιλαμβάνεστε τη συζήτηση αυτή; Θα μπορούσε η Ελλάδα να στηρίξει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την άρση την αναγκαιότητας ομοφωνίας και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι με βάση τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία υπογράφηκε το 2007 και τέθηκε σε ισχύ το 2009, το 80% των αποφάσεων στην ΕΕ λαμβάνεται ήδη με τη λεγόμενη «ειδική πλειοψηφία» (Qualified Majority Voting ή QMV). Παραμένει ένα 20% των αποφάσεων που αφορούν ζητήματα θεσμικού χαρακτήρα, εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και άμυνας στα οποία ισχύει ο όρος τος ομοφωνίας. Υπάρχει ένας άξονας χωρών, οι ευρωβουλευτές των οποίων (κυρίως Γερμανοί και Βέλγοι), προσπαθούν να εγκαταστήσουν ένα αφήγημα περί κατάχρησης του δικαιώματος βέτο (της αρνησικυρίας δηλαδή) από μικρότερες χώρες. Η κατάργηση της ομοφωνίας αποκτά μια κάποια δυναμική στην ΕΕ λόγω του ότι διάφορες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχουν γίνει στο παρελθόν πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ χωρών με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η δυνατότητα αντίδρασης της ΕΕ σε καίρια ζητήματα όπως η ανάγκη ύπαρξης θεσμοθετημένης υποχρεωτικής αλληλεγγύης στο μεταναστευτικό. Σε ορισμένα ζητήματα λοιπόν, που αφορούν την ευελιξία και την ταχύτητα της ΕΕ στο να παράγει θεσμικές αντιδράσεις, η επικράτηση της ειδικής πλειοψηφίας είναι θετική.

Όμως σε ζητήματα που αφορούν την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, την ασφάλεια και την εισδοχή νέων μελών, η αρχή της ομοφωνίας παραμένει και η Ελλάδα θα υποστηρίξει φυσικά την αναγκαιότητα της με κάθε μέσο.

Η Ελλάδα σε απόλυτους αριθμούς διαθέτει περιορισμένη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, εκλέγει 21 από τους 720 ευρωβουλευτές. Η χώρα δεν έχει συνεπώς την πολυτέλεια να εκλεγούν και βρεθούν στις Βρυξέλλες ευρωβουλευτές με περιορισμένη γνώση των λειτουργιών των ευρωπαϊκών θεσμών. Κατά την άποψή σας, οι 21 αποτελούν περισσότερο «Εθνική Ομάδα» ή μέλη των ευρωομάδων τους; Αν εκλεγείτε πώς βλέπετε το ρόλο σας στο πλαίσιο αυτό;

Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένη αν το κριτήριο μας είναι το σύνολο των βουλευτών αλλά καθόλου περιορισμένη αν σκεφτούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των ευρωομάδων. Οπότε ναι, στο σύνολο, οι 21 ευρωβουλευτές αποτελούν μια μικρή αποστολή σε σχέση με αποστολές των 70 βουλευτών χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία, όμως οι 8 ευρωβουλευτές που έχει η Ελλάδα μέσα στο πλειοψηφικό ΕΛΚ είναι μια σχετικώς ευμεγέθης αποστολή σε σχέση με τους 7 ευρωβουλευτές της Γαλλίας για παράδειγμα. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τους δύο εκπροσώπους της Κύπρου, τότε βλέπουμε ότι η επιρροή μας σε σημαντικά θέματα δεν είναι ευκαταφρόνητη.

Η παραπάνω οπτική δεν αναιρεί την κρισιμότητα της επιλογής των απεσταλμένων Ευρωβουλευτών που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα μας. Χρειαζόμαστε μία δυνατή αποστολή που να απαρτίζεται από επιστήμονες με την κατάλληλη τεχνογνωσία για τα θέματα που θα απασχοληθούν ώστε να έχουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιρροή στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η ειδικότητα του ψυχιάτρου, ήταν για παράδειγμα πολύ σημαντική κατά τη διαμόρφωση της Έκθεσης του Κοινοβουλίου για την ψυχική υγεία.

Όπως και στην εθνική βουλή έτσι και στην Ευρωβουλή κάθε ευρωβουλευτής ανήκει σε μία πολιτική ομάδα, τις ιδεολογίες και τα συμφέροντα της οποίας προωθεί. Ωστόσο διαφορετικά από την εθνική βουλή, στην ευρωβουλή ανεξαρτήτως της πολιτικής ομάδας, θα έπρεπε να υπερισχύει το εθνικό μας καθήκον και η εξασφάλιση των συμφερόντων της χώρας μας έναντι των άλλων κρατών μελών. Αυτό το πνεύμα πατριωτισμού το καταλαβαίνουμε απόλυτα οι ευρωβουλευτές της ΝΔ, και του ΕΛΚ, κάτι που δεν θα μπορούσα δυστυχώς να πω ότι συμβαίνει στον ίδιο βαθμό σε ευρωβουλευτές άλλων κομμάτων.

Πηγή: Link

Written by : Stelios Kympouropoulos

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER